Οικονομία

S&P: Επιβεβαίωσε το ελληνικό αξιόχρεο στη βαθμίδα ΒΒΒ με σταθερές προοπτικές


Ο αμερικανικός οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης S&P Global επιβεβαίωσε το αξιόχρεο της Ελλάδας στην επενδυτική βαθμίδα ΒΒΒ με σταθερές προοπτικές.

Ο S&P είναι ο τέταρτος κατά σειρά από τους πέντε αναγνωρισμένους από την ΕΚΤ οίκους αξιολόγησης, ο οποίος αξιολόγησε την ελληνική οικονομία στο β' εξάμηνο του 2026. Τον Σεπτέμβριο, ο οίκος Scope αναβάθμισε την Ελλάδα στη βαθμίδα ΒΒΒ+, ενώ τον ίδιο μήνα ο Moody's και ο DBRS αναβάθμισαν σε θετικές από σταθερές τις προοπτικές του αξιόχρεου στη βαθμίδα Baa3 και ΒΒΒ, αντίστοιχα. Ο κύκλος των αξιολογήσεων για το 2026 ολοκληρώνεται στις 6 Νοεμβρίου, με την απόφαση της Fitch.

Το σκεπτικό της απόφασης: Αναβάθμιση αν εκλείψουν οι ανισορροπίες

Στην ανακοίνωσή του για τους λόγους της απόφασής του για το αξιόχρεο, ο αμερικανικός οίκος σημειώνει ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε τροχιά να καταγράψει το 2026, για μία ακόμη χρονιά, πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα, το οποίο εκτιμά στο 3,8% του ΑΕΠ, χάρη στις μεταρρυθμίσεις για τη φορολογική συμμόρφωση και στη μείωση της ανεργίας και παρά την αύξηση των δαπανών για δημόσιες επενδύσεις.

«Παρότι οι εξωτερικές ανισορροπίες της Ελλάδας είναι υψηλές, θεωρούμε ότι η συμμετοχή της στη ζώνη του ευρώ και η τήρηση των δημοσιονομικών κανόνων της ΕΕ προσφέρουν προστασία έναντι του κινδύνου κλονισμού του ισοζυγίου πληρωμών», αναφέρει, προσθέτοντας ότι η οικονομική ανάπτυξη έχει δείξει ανθεκτικότητα παρά τα διαδοχικά σοκ και οι προοπτικές της παραμένουν ισχυρές χάρη στο υψηλό απόθεμα προγραμματισμένων επενδύσεων.

Όσον αφορά τις σταθερές προοπτικές του αξιόχρεου, ο οίκος αναφέρει ότι σταθμίζουν τις ισχυρές οικονομικές και δημοσιονομικές επιδόσεις της Ελλάδας με τα υψηλά επίπεδα εξωτερικού και δημόσιου χρέους της.

Σημειώνει ότι θα μπορούσε να αναβαθμίσει το αξιόχρεο εάν οι εξωτερικές ανισορροπίες της Ελλάδας βελτιώνονταν ουσιαστικά και με βιώσιμο τρόπο. «Για παράδειγμα, αυτό θα μπορούσε να συμβεί εάν παρατηρούσαμε μείωση της εξάρτησης της οικονομίας από τις εισαγωγές. Θα μπορούσαμε επίσης να αναβαθμίσουμε την Ελλάδα εάν το εξωτερικό χρέος της χώρας, μεγάλο μέρος του οποίου είναι δημόσιο, μειωνόταν ουσιαστικά». Από την άλλη πλευρά, ο S&P αναφέρει ότι θα μπορούσε να υποβαθμίσει το αξιόχρεο, εάν η δημοσιονομική απόδοση της Ελλάδας παρουσίαζε σημαντική επιδείνωση.

Ο S&P προβλέπει υπέρβαση των δημοσιονομικών στόχων εφέτος, σημειώνοντας ότι τα μηνιαία στοιχεία έως τον Αύγουστο δείχνουν ότι ο κρατικός προϋπολογισμός βρίσκεται περίπου 1,1 δισ. ευρώ πάνω από τον στόχο, χάρη στα ισχυρά έσοδα από τον τουρισμό καθώς και στη περαιτέρω μείωση της ανεργίας και στην επίδραση των μεταρρυθμίσεων για τη φορολογική συμμόρφωση που ενισχύουν τα έσοδα από φόρους. Ειδικότερα, προβλέπει συνολικό πλεόνασμα του προϋπολογισμού - περιλαμβανομένων των τόκων για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους - στο 0,8% του ΑΕΠ, το οποίο θα υπερβαίνει κατά περίπου 1 ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ τον αρχικό στόχο της κυβέρνησης. «Αυτή η βελτιωμένη πρόβλεψη προκύπτει παρά το γεγονός ότι οι δαπάνες υπερβαίνουν τον προϋπολογισμό και ότι οι πρόσφατες ανακοινώσεις υποδηλώνουν αύξηση των επενδύσεων με εγχώρια χρηματοδότηση, η οποία θα ξεκινήσει από το τρέχον έτος», προσθέτει.

Προβλέπει επίσης ότι θα συνεχισθούν και τα επόμενα χρόνια τα συνολικά δημοσιονομικά πλεονάσματα, τα οποία θα ανέλθουν κατά μέσο όρο στο 0,2% του ΑΕΠ κατά την περίοδο 2027-2029 καθώς και πρωτογενές πλεόνασμα 3,2%.

Ο S&P εκτιμά ότι το καθαρό δημόσιο χρέος, μετά την αφαίρεση των ταμειακών αποθεμάτων, που υπολογίζει σε 33 δις. ευρώ ή 12,4% του ΑΕΠ, θα μειωθεί στο 123% του ΑΕΠ στο τέλος του τρέχοντος έτους, σημειώνοντας βελτίωση κατά 40 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το τέλος του 2019. «Η προσδοκία μας για συνεχή δημοσιονομική πειθαρχία, σε συνδυασμό με τη σταθερή ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ, στηρίζει την πρόβλεψή μας ότι ο δείκτης χρέους θα μειωθεί περαιτέρω, φτάνοντας στο 107% του ΑΕΠ έως το τέλος του 2029», προσθέτει.

Η οικονομική δραστηριότητα έχει δείξει ανθεκτικότητα, με αιχμή τις επενδύσεις, εν μέσω των δύσκολων εξωτερικών συνθηκών, αναφέρει ο αμερικανικός οίκος. Ο τουρισμός και η επενδυτική δραστηριότητα αποτελούν τους κινητήριους μοχλούς της ανάπτυξης, με την τελευταία να υποστηρίζεται ιδιαίτερα από το χρηματοδοτούμενο από την ΕΕ Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας» (RRF), το οποίο εισέρχεται στην τελική του φάση.

Τα επίπεδα του εισοδήματος προσεγγίζουν σταδιακά τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ ένα εξακολουθητικά ισχυρό χαρτοφυλάκιο επενδύσεων στηρίζει τις προοπτικές ανάπτυξης.

«Σε συνδυασμό με την πιθανή συνεχιζόμενη βελτίωση στην αγορά εργασίας, προβλέπουμε ότι η ελληνική οικονομία θα αναπτυχθεί κατά μέσο όρο 2,1% κατά την περίοδο 2027-2029. Αυτό θα μεταφραζόταν σε κατά κεφαλήν ΑΕΠ που θα φτάνει τα 35.100 δολάρια το 2029, ή περίπου το 55% του μέσου όρου της ΕΕ, από 47% το 2019», σημειώνει ο S&P.

Τα ισχυρά σημεία της ελληνικής οικονομίας

Κατά την πρώτη αξιολόγηση του έτους, στις 14 Απριλίου, η S&P είχε διατηρήσει την Ελλάδα στη βαθμίδα BBB με σταθερές προοπτικές. Η σημερινή απόφαση αντανακλά την εικόνα της οικονομίας, με έμφαση στις αναπτυξιακές επιδόσεις, στη δημοσιονομική πορεία και στη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων.

Οι πρόσφατες αναταράξεις στις αγορές ομολόγων αποτελούν παράγοντα αβεβαιότητας, ωστόσο η άνοδος των αποδόσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τις ανησυχίες για την ενεργειακή κρίση. Η διάρκεια και η ένταση αυτών των πιέσεων θα επηρεάσουν το ευρύτερο οικονομικό περιβάλλον τους επόμενους μήνες.

Σημαντικό πλεονέκτημα για την Ελλάδα αποτελεί η δημοσιονομική της επίδοση. Το δημόσιο χρέος μειώθηκε πέρυσι κατά 9,5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, ενώ για το 2026 προβλέπεται πρωτογενές πλεόνασμα για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά. Το αποτέλεσμα ενδέχεται, μάλιστα, να υπερβεί τον στόχο του 3,6% του ΑΕΠ που περιλαμβάνεται στο προσχέδιο του προϋπολογισμού του 2027.

Η Ελλάδα αναμένεται επίσης να συγκαταλέγεται στις λίγες ευρωπαϊκές οικονομίες που θα διατηρήσουν δημοσιονομικό πλεόνασμα τόσο το 2026 όσο και το 2027.

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται η πρόωρη αποπληρωμή επιπλέον 12 δισ. ευρώ από δάνεια που χορηγήθηκαν στο πλαίσιο του πρώτου και του δεύτερου προγράμματος διάσωσης. Η στρατηγική μείωσης των δανειακών υποχρεώσεων, η οποία ξεκίνησε το 2019, συνεχίζεται παρά τις διεθνείς πιέσεις, ενισχύοντας την εικόνα δημοσιονομικής αξιοπιστίας.

Το στοίχημα της πολιτικής συνέχειας μετά τις εκλογές

Πέρα από τα δημοσιονομικά μεγέθη, καθοριστική είναι και η εικόνα που διαμορφώνουν οι οίκοι αξιολόγησης για τη μελλοντική κατεύθυνση της οικονομικής πολιτικής. Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη σημασία έχουν οι επαφές της S&P με κυβερνητικούς αξιωματούχους στην Αθήνα και οι εκτιμήσεις για τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων μετά τις εθνικές εκλογές της ερχόμενης άνοιξης.

Η διατήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας, η συνέχιση των διαρθρωτικών αλλαγών και η σταθερή πορεία μείωσης του χρέους αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για τη διατήρηση της εμπιστοσύνης των αγορών.

Το ζητούμενο δεν περιορίζεται, επομένως, στις σημερινές επιδόσεις. Οι αξιολογήσεις αποτυπώνουν και τις προσδοκίες για τη δυνατότητα της χώρας να διατηρήσει τη δημοσιονομική της πορεία σε βάθος χρόνου, ακόμη και σε περίπτωση επιδείνωσης του διεθνούς περιβάλλοντος.

Fitch: Βελτιώνεται η εικόνα, αλλά το χρέος παραμένει η αχίλλειος πτέρνα

Η Fitch θα ανακοινώσει την τελευταία αξιολόγηση της ελληνικής οικονομίας για το 2026 στις 6 Νοεμβρίου. Τον Μάιο, κατά την πρώτη αξιολόγηση της χρονιάς, είχε διατηρήσει την Ελλάδα στη βαθμίδα BBB με σταθερές προοπτικές.

Στην πιο πρόσφατη έκθεσή της για τις οικονομίες της Δυτικής Ευρώπης, ο οίκος αναγνώρισε τη βελτίωση των βασικών οικονομικών μεγεθών της χώρας και την ενίσχυση της αξιοπιστίας της οικονομικής πολιτικής, στοιχεία που στηρίζουν τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές.

Ιδιαίτερη πρόοδος καταγράφεται στη μείωση του δημόσιου χρέους. Σύμφωνα με τη Fitch, την περίοδο 2024-2025 το χρέος της γενικής κυβέρνησης υποχώρησε κατά σχεδόν 20 ποσοστιαίες μονάδες, φτάνοντας στο 146,1% του ΑΕΠ το 2025. Η εξέλιξη αποδίδεται στην ανθεκτική οικονομική ανάπτυξη και στην επίτευξη δημοσιονομικών πλεονασμάτων.

Η αποκλιμάκωση αναμένεται να συνεχιστεί τα επόμενα χρόνια. Η Fitch προβλέπει ότι το χρέος θα υποχωρήσει στο 139,3% του ΑΕΠ το 2026, στο 134,1% το 2027 και στο 129,4% το 2028. Με βάση το βασικό της σενάριο, έως το 2030 αναμένεται να προσεγγίσει το 120% του ΑΕΠ.

Παρά τη σημαντική πρόοδο, το ύψος του χρέους εξακολουθεί να αποτελεί τη μεγαλύτερη αδυναμία της ελληνικής οικονομίας. Παραμένει περίπου 2,5 φορές υψηλότερο από το διάμεσο επίπεδο του 58% του ΑΕΠ στις χώρες με αξιολόγηση BBB, περιορίζοντας τα περιθώρια για περαιτέρω πιστοληπτική αναβάθμιση.

Αντίβαρο αποτελεί η διάρθρωση των ελληνικών δανειακών υποχρεώσεων. Η μέση διάρκεια του χρέους, που προσεγγίζει τα 19 χρόνια, σε συνδυασμό με τους ευνοϊκούς όρους δανεισμού, περιορίζει τις άμεσες χρηματοδοτικές ανάγκες και την έκθεση της χώρας στις διακυμάνσεις των αγορών ομολόγων. Πρόσθετη δικλίδα ασφαλείας αποτελούν τα υψηλά ταμειακά διαθέσιμα.

Οι προσδοκίες για το τέλος του 2026

Στο οικονομικό επιτελείο εκτιμούν ότι η Ελλάδα μπορεί να ολοκληρώσει τη χρονιά με θετικό αποτύπωμα στις αξιολογήσεις, παρά τις διεθνείς προκλήσεις. Η προσδοκία είναι ότι, πέρα από την ήδη αναβαθμισμένη αξιολόγηση της Scope, θα υπάρξουν θετικές εξελίξεις και από τους υπόλοιπους μεγάλους οίκους, είτε μέσω αναβάθμισης είτε μέσω βελτίωσης των προοπτικών.

Η διατήρηση της επενδυτικής βαθμίδας αποτελεί πλέον δεδομένο για την Ελλάδα, αλλά η περαιτέρω ενίσχυση της πιστοληπτικής της εικόνας προϋποθέτει σταθερή πρόοδο σε κρίσιμα μέτωπα: τη μείωση του δημόσιου χρέους, τη διατήρηση των δημοσιονομικών πλεονασμάτων και την ενίσχυση της ανάπτυξης.

Το επόμενο διάστημα θα δείξει κατά πόσο η ελληνική οικονομία μπορεί να διατηρήσει αυτή την πορεία σε ένα περιβάλλον αυξημένων κινδύνων, με το 2027 να αποτελεί την επόμενη σημαντική δοκιμασία για τη δημοσιονομική σταθερότητα και την αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής.

Διαβαστε επισης