Πολιτική

Κουτεντάκης: Χωρίς μείωση πληθωρισμού οι κεντρικές τράπεζες θα προβούν σε αυστηρή νομισματική πολιτική


Ο προϋπολογισμός επιδόσεων αποτελεί μία πολύ σημαντική εξέλιξη γιατί αφενός επιτρέπει στο υπουργείο Οικονομικών να κάνει καλύτερα τη δουλειά του και να γνωρίζει πού πηγαίνει το δημόσιο χρήμα αφετέρου διότι δίνει στη Βουλή τη δυνατότητα να έχει τεκμηριωμένη ανάλυση και ταξινόμηση του δημόσιου χρήματος για να κάνει μία περισσότερο τεκμηριωμένη και σε βάθος συζήτηση, όπως ανέφερε ο συντονιστής του Γραφείου του Προϋπολογισμού του Κράτους, στη Βουλή, Φραγκίσκος Κουτέντακης.

Στη συζήτηση του προϋπολογισμού του 2022, που ολοκληρώνεται σήμερα στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής, ο κ. Κουτεντάκης μίλησε και για τις αβεβαιότητες του νέου προϋπολογισμού, δηλαδή την εξέλιξη της πανδημίας και τον πληθωρισμό, σημειώνοντας πως εάν οι προσδοκίες για γρήγορη μείωση του πληθωρισμού δεν επιβεβαιωθούν, υπάρχει κίνδυνος οι κεντρικές τράπεζες να κάνουν στροφή σε αυστηρότερη νομισματική πολιτική. «Αυτός είναι ένας πολύ σοβαρός κίνδυνος, ειδικά σε χώρες με υψηλό χρέος, όπως η Ελλάδα, γιατί η συνέπεια θα είναι η αύξηση των επιτοκίων. Αυτό θα πρέπει, λοιπόν, να σημειώνεται και να παρακολουθείται ως μία σοβαρή αβεβαιότητα για το μέλλον και να υπενθυμίζει ότι η επαναφορά της Ελλάδας στη δημοσιονομική σταθερότητα είναι απαραίτητη προϋπόθεση, ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί σε πιθανές διαταραχές νομισματικής πολιτικής», είπε ο κ. Κουτεντάκης.

Αναλυτικά, ο συντονιστής του Γραφείου του Προϋπολογισμού του Κράτους ανέφερε ότι ο «προϋπολογισμός επιδόσεων, που αποτελεί τη συνέχεια μίας προσπάθειας που ξεκίνησε το 2005, 2006, επανήλθε στη διάρκεια των προγραμμάτων προσαρμογής, επανήλθε με οργανωτικές αλλαγές το 2017 και στον φετινό προύπολογισμό βλέπουμε την κατάληξη αυτής της προσπάθειας που στηρίχθηκε διαχρονικά και είναι η πολύ πιο αναλυτική και διαφανής εικόνα των δημόσιων οικονομικών δαπανών». «Είναι ένα ιδιαίτερα χρήσιμο εργαλείο και από εκτελεστική άποψη, διότι επιτρέπει στο υπουργείο Οικονομικών να κάνει καλύτερα τη δουλειά του, να γνωρίζει τι γίνεται και για κάθε χρήση και πού πηγαίνει το δημόσιο χρήμα και είναι χρήσιμο και από την κοινοβουλευτική πλευρά», πρόσθεσε.

«Έχοντας τεκμηριωμένα μία ανάλυση, μία ταξινόμηση της χρήσης του δημόσιου χρήματος, για την εξυπηρέτηση συγκεκριμένων κοινωνικών αναγκών, δίνει τη δυνατότητα στο Κοινοβούλιο να κρίνει τον προϋπολογισμό με πολύ καλύτερους όρους και να κάνει μία πολύ πιο τεκμηριωμένη και σε βάθος συζήτηση. Είναι, λοιπόν, μία πολύ σημαντική εξέλιξη αυτή και δίνει τη δυνατότητα στους επόμενους προϋπολογισμούς να τους δούμε ακόμα πιο αναλυτικά», τόνισε ο ίδιος απευθυνόμενος στα κόμματα.

Ο κ. Κουτεντάκης, αναφερόμενος στα σημαντικά μεγέθη του προϋπολογισμού, είπε ότι οι αλλαγές, σε σχέση με το προσχέδιο του προϋπολογισμού, έχουν να κάνουν με τον ρυθμό μεγέθυνσης το 2021 που προβλέπεται στο 6,9%, από το 6,1% στο προσχέδιο, και με την έκταση της προσαρμογής του επόμενου έτους αφού από 11 δισ. που προβλεπόταν στο προσχέδιο μειώνεται στα 9,6 δισ. «Η μεγέθυνση του 6% και του 7% γίνεται πολύ λιγότερο εντυπωσιακή αν ληφθεί υπόψη η ύφεση του 9%, ενώ η προσαρμογή 9,7 δισ. πάλι γίνεται πολύ λιγότερο τρομακτική, αν αναλογιστούμε ότι στη διάρκεια της πανδημίας είχαμε έκτακτες δημοσιονομικές παρεμβάσεις της τάξης περίπου του 9% του ΑΕΠ ετήσια», επεσήμανε.

Όσον αφορά τις αβεβαιότητες του προϋπολογισμού υπογράμμισε ότι αφορούν την εξέλιξη της πανδημίας, «η εικόνα σήμερα δεν είναι καθόλου ενθαρρυντική», ανέφερε χαρακτηριστικά και συμπλήρωσε ότι οι αβεβαιότητες αφορούν, επίσης, τις μόνιμες απώλειες που μπορεί να έχει προκαλέσει η ύφεση στο εργατικό δυναμικό, στο παραγωγικό κεφάλαιο της οικονομίας, αφορούν την ικανότητα των φορολογουμένων να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις του επόμενου έτους και το κυριότερο έχουν να κάνουν με το ζήτημα του πληθωρισμού. Ιδίως για το ζήτημα του πληθωρισμού, ο κ. Κουτεντάκης σχολίασε πως εάν οι προσδοκίες για γρήγορη μείωση του πληθωρισμού δεν επιβεβαιωθούν, υπάρχει κίνδυνος που αφορά στη στάση των κεντρικών τραπεζών, παγκοσμίως. Το ενδεχόμενο, δηλαδή, βλέποντας υψηλότερο πληθωρισμό, να αρχίσουν οι κεντρικές τράπεζες να μεταστρέφουν τη νομισματική πολιτική τους επί το αυστηρότερο. «Αυτός είναι ένας πολύ σοβαρός κίνδυνος, ειδικά σε χώρες με υψηλό χρέος, όπως η Ελλάδα, γιατί η συνέπεια θα είναι η αύξηση των επιτοκίων. Αυτό θα πρέπει, λοιπόν, να σημειώνεται και να παρακολουθείται ως μία σοβαρή αβεβαιότητα για το μέλλον και να υπενθυμίζει ότι η επαναφορά της Ελλάδας στη δημοσιονομική σταθερότητα είναι απαραίτητη προϋπόθεση, ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί σε πιθανές διαταραχές νομισματικής πολιτικής», τόνισε ο κ. Κουτεντάκης.