Διεθνή

Ινδία: Συγκλονίζουν οι μαρτυρίες επιζώντων της σιδηροδρομικής τραγωδίας


Ο Ομπάλ Μπατία, ένας από τους περίπου 900 τραυματίες της σιδηροδρομικής τραγωδίας στο κρατίδιο Οντίσα της ανατολικής Ινδίας, αφηγείται στο πρακτορείο Reuters τις δραματικές σκηνές που εκτυλίχθηκαν κατά την σύγκρουση τριών αμαξοστοιχιών – δύο επιβατικών και μιας εμπορευματικής – που στοίχισε τη ζωή σε τουλάχιστον 288 επιβάτες.

Μαζί με τρεις φίλους του, μετέβαινε σε εργοστάσιο του Τσενάι για δουλειά. Ο 25χρονος επέβαινε στο τρίτο βαγόνι του Κορομαντέλ Εξπρές, το οποίο ήταν ασφυκτικά γεμάτο και κρατιόταν υπομονετικά από τις χειρολαβές στο μεγαλύτερο τμήμα του 4ωρου ταξιδιού, όπως και οι φίλοι του. Το τρένο χρησιμοποιείται ως επί το πλείστον από εργάτες βιομηχανιών γύρω από το Τσενάι και την Μπενγκαλούρου (Μπανγκαλόρ).

Ήταν σούρουπο, ορισμένοι από τους καθήμενους επιβάτες τελείωναν το δείπνο τους και άλλοι είχαν αποκοιμηθεί. Στο ίδιο βαγόνι με τον Μπατία ταξίδευε ο 30χρονος Μότι Σέιχ, ο οποίος συζητούσε με άλλους έξι συγχωριανούς του. Καθώς δεν υπήρχε άδεια θέση, σκόπευαν να φάνε κάτι στα όρθια, προτού ξαπλώσουν στο πάτωμα για να ξεκουραστούν.

«Ξαφνικά το βαγόνι τραντάχτηκε», είπαν ο Μπατία και ο Σέιχ. Το πρώτο πράγμα που τους πέρασε από το μυαλό ήταν πως επρόκειτο για ένα απότομο φρενάρισμα. Αλλά λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, το βαγόνι ανατράπηκε. Πίστεψαν πως ήρθε το τέλος τους…

«Όταν συνειδητοποιήσαμε ότι ήμασταν ζωντανοί, προσπαθήσαμε να φτάσουμε στην έξοδο κινδύνου για να βγούμε από το τρένο. Το βαγόνι είχε εκτροχιαστεί και είχε πέσει στο πλάι», είπε ο Μπατία. Όταν κατάφερε να βγει μαζί με τους φίλους του, αντίκρισε σκηνές χάους. «Είδαμε πολλούς νεκρούς. Όλοι προσπαθούσαν να απεγκλωβιστούν και αναζητούσαν αγαπημένα τους πρόσωπα», ανέφερε.

«Κλαίγαμε όταν βγήκαμε έξω», αφηγήθηκε ο Μότι Σέιχ, συμπληρώνοντας ότι οι πρώτοι διασώστες έφθασαν περίπου 20 λεπτά αργότερα.

Η σιδηροδρομική τραγωδία αποδίδεται σε δυσλειτουργία του συστήματος σηματοδότησης. Επικρατεί σύγχυση σχετικά με την ακριβή αλληλουχία των γεγονότων, αλλά ινδικά μέσα ενημέρωσης που επικαλούνται σιδηροδρομικούς αξιωματούχους μεταδίδουν ότι το Κορομαντέλ Εξπρές εκτροχιάστηκε, προσέκρουσε σε ακινητοποιημένη εμπορευματική αμαξοστοιχία και ακολούθως συγκρούστηκε με επιβατική αμαξοστοιχία που κινούνταν στο αντίθετο ρεύμα.

Η Αρτσάνα Πολ επέβαινε στο άλλο τρένο, το Χόουραχ Σουπερφάστ Εξπρές. «Ακούστηκε ένας τεράστιος κρότος και όλα σκοτείνιασαν», είπε αυτή η νοικοκυρά από τη Δυτική Βεγγάλη, που ταξίδευε μαζί με τον αδερφό και τον 10χρονο γιο της. «Άρχισα να ψάχνω για το παιδί μου και τον αδερφό μου, αλλά δεν τους έβλεπα πουθενά».

Τραυματισμένοι επιβάτες προσπαθούσαν να σταθούν στα πόδια τους. «Με προέτρεψαν να βγω έξω, αλλά αρνήθηκα. Έπρεπε να ψάξω για τον γιο μου. Αλλά επέμειναν να βγω έξω πρώτα», αφηγήθηκε.

Βγήκε από το βαγόνι, αλλά δεν έβλεπε πουθενά το παιδί. Αιμορραγούσε και την έβαλαν σε ασθενοφόρο. Από το κρεβάτι του νοσοκομείου όπου διακομίστηκε, ζητούσε με λυγμούς από δημοσιογράφο του Reuters να τη βοηθήσει να βρει τον γιο της.

Στην ίδια αμαξοστοιχία επέβαινε και η 55χρονη Καουσίντα Ντας, η οποία έχασε την κόρη της. «Παρότι εγώ επέζησα, δεν έχω πια λόγο να ζω. Η κόρη μου ήταν τα πάντα για εμένα», είπε.