Οικονομία

Έρευνα ΚΕΕΕ: Περιορισμένος ο κίνδυνος σκληρών συνεπειών στις επιχειρήσεις λόγω του πολέμου


Οι ελληνικές  επιχειρήσεις, εμπορικές και εισαγωγών-εξαγωγών από και προς τις δύο εμπόλεμες χώρες, Ρωσία και Ουκρανία, μπορούν να αντεπεξέλθουν στο νέο περιβάλλον με αλλαγές στην εμπορική τους πολιτική. Σε ό,τι αφορά στις τουριστικές επιχειρήσεις, που εξαρτώνται από τους επισκέπτες της Ρωσίας και τις Ουκρανίας, πρέπει να τους δοθεί χρόνος ώστε να περιοριστούν οι οικονομικές συνέπειες.

Αυτά προκύπτουν από την πανελλαδική έρευνα που πραγματοποίησε η Κεντρική Ένωση Επιμελητηρίων Ελλάδος (ΚΕΕΕ) σε συνεργασία με την Palmos Analysis για τις: "Επιπτώσεις του πολέμου Ρωσίας-Ουκρανίας στις ελληνικές επιχειρήσεις και στον τουρισμό".

Ειδικότερα, τα ευρήματα που δημοσιοποιήθηκαν σήμερα είναι τα εξής:

Αύξηση τιμών

Για τις εμπορικές συναλλαγές με Ρωσία και Ουκρανία καταγράφεται κάθετη πτώση εισαγωγικής και εξαγωγικής δραστηριότητας με έμφαση των προβλημάτων στη Βόρεια Ελλάδα και σε συγκεκριμένους κλάδους δραστηριότητας. Ωστόσο, ο κίνδυνος "σκληρών" συνεπειών, όπως απολύσεις, αναστολή λειτουργίας κτλ., είναι περιορισμένος και εντοπίζεται κυρίως στις πολύ μικρές επιχειρήσεις και σε συγκεκριμένους κλάδους. Προκειμένου να αντιμετωπίσουν την κατάσταση, οι επιχειρήσεις με εισαγωγική/εξαγωγική δραστηριότητα με Ρωσία ή Ουκρανία προχωρούν στην αναζήτηση εναλλακτικών χωρών ή εναλλακτικών οδών ή τρόπων για την εισαγωγή ή εξαγωγή προϊόντων ή στη διοχέτευση των προϊόντων τους στην εσωτερική αγορά. Παράλληλα, καταγράφεται τάση αύξησης των τιμών των προϊόντων τους πάνω από τα επίπεδα του τρέχοντος πληθωρισμού για την αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους, λόγω των μεγάλων αυξήσεων στο κόστος ενέργειας και πρώτων υλών κτλ. Τέλος, η επιδότηση του κόστους ενέργειας είναι το δημοφιλέστερο μέτρο στήριξης από την Πολιτεία, σύμφωνα με τις επιχειρήσεις που συμμετείχαν στην έρευνα, και ακολουθούν η αναστολή φορολογικών/ ασφαλιστικών υποχρεώσεων (κυρίως μεταξύ των πολύ μικρών επιχειρήσεων).

Αναπλήρωση των συνεπειών για τις τουριστικές επιχειρήσεις

Για τις τουριστικές επιχειρήσεις σε περιοχές με παρουσία Ρώσων/Ουκρανών τουριστών, γενικά προκύπτει ότι η συμμετοχή Ρώσων/Ουκρανών τουριστών στην πελατειακή βάση των τουριστικών επιχειρήσεων είναι μικρή και αναμένεται πολύ μικρή επίδραση στη βιωσιμότητα των τουριστικών επιχειρήσεων από την ανακοπή του τουριστικού ρεύματος από τις δύο εμπόλεμες χώρες. Ήδη, όπως σημειώνεται, οι τουριστικές επιχειρήσεις προσδοκούν αναπλήρωση των όποιων απωλειών, μέσω στόχευσης σε άλλες αγορές του εξωτερικού, αλλά και στην εσωτερική αγορά, ενώ εκτιμούν ότι θα υπάρξει αποκατάσταση της ροής τουριστών από Ρωσία/Ουκρανία, εφόσον τερματιστεί η πολεμική σύγκρουση, από την επόμενη κιόλας σεζόν.

Παράλληλα, καταγράφεται σημαντική αύξηση του κόστους λειτουργίας για τις τουριστικές επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα να αναμένεται αύξηση τιμών των υπηρεσιών τους, λίγο πάνω από τα επίπεδα του τρέχοντος πληθωρισμού, για την αντιμετώπιση αυξημένου κόστους ενέργειας και πρώτων υλών κτλ.

Ωστόσο, οι τάσεις αύξησης των τιμών εμφανίζονται πιο ήπιες σε καταλύματα και τουριστικά γραφεία, λόγω "κλειδωμένων" συμφωνιών.

Τέλος, η επιδότηση του κόστους ενέργειας καταγράφεται και εδώ ως το δημοφιλέστερο μέτρο στήριξης από την Πολιτεία.

Ειδικά για τους Ρώσους τουρίστες εξωτερικού αναφέρεται ότι πρόκειται για υψηλότερης κοινωνικο-οικονομικής τάξης άτομα. Η ασφάλεια του προορισμού, η σχέση τιμής - αξίας (value for money) και το δίπτυχο "ήλιος & θάλασσα" είναι τα βασικά κριτήρια επιλογής προορισμού διακοπών στο εξωτερικό, ενώ οι σχέσεις της Ρωσίας με τη  χώρα προορισμού αξιολογείται πολύ πιο χαμηλά. Οργανώνουν τις διακοπές τους στο εξωτερικό κυρίως μέσω τουριστικών γραφείων και η Ελλάδα βρίσκεται μεταξύ των δημοφιλέστερων προορισμών του εξωτερικού για την πραγματοποίηση των διακοπών τους. Αναμένεται, όμως, να υπάρξει σημαντική μείωση στη ροή Ρώσων τουριστών προς το εξωτερικό, λόγω του πολέμου και το πλήγμα από τις μειωμένες ροές κατά τη φετινή σεζόν φαίνεται να αφορά κυρίως στις Ευρωπαϊκές χώρες της Μεσογείου, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας. Μεσο-μακροπρόθεσμα, ωστόσο, δεν διαφαίνεται μέχρι στιγμής κάποια σοβαρή επίπτωση στην εικόνα της Ελλάδας, ως τουριστικού προορισμού, από την επιδείνωση των σχέσεων των δύο χωρών, λόγω του πολέμου.

Η έρευνα διεξήχθη πανελλαδικά, την περίοδο Μαΐου-Ιουνίου 2022, μέσω τηλεφωνικών και on line συνεντεύξεων με ιδιοκτήτες/διευθυντικά στελέχη 155 επιχειρήσεων με συναλλαγές με Ρωσία και Ουκρανία, μέσω τηλεφωνικών συνεντεύξεων με  ιδιοκτήτες/διευθυντικά στελέχη 331 τουριστικών επιχειρήσεων, με τη χρήση των συστημάτων CATI (Computer Assisted Telephone Interviewing) και CAWI (Computer Assisted Web Interviewing). Επιπρόσθετα, έγιναν σε "βάθος συνεντεύξεις" με 15 εκπροσώπους Υπουργείων, Φορέων & Οργανισμών, ενώ την περίοδο 8-13/6/2022 διεξήχθη on line έρευνα (μέσω δομημένων on line panels με τη χρήση του συστήματος CAWI) σε 407 Ρώσους πολίτες, κατοίκους μεγάλων ρωσικών πόλεων, που πραγματοποιούν διακοπές στο εξωτερικό.

"Η έρευνα καταδεικνύει ότι τόσο οι ελληνικές  εμπορικές επιχειρήσεις όσο και οι επιχειρήσεις εισαγωγών-εξαγωγών από και προς τις δύο εμπόλεμες χώρες, Ρωσία και Ουκρανία, μπορούν να αντεπεξέλθουν στο νέο περιβάλλον με αλλαγές στην εμπορική τους πολιτική. Παράλληλα οι τουριστικές επιχειρήσεις της χώρας, που εξαρτώνται από τους επισκέπτες της Ρωσίας και τις Ουκρανίας, πρέπει να δοθεί χρόνος ώστε να περιοριστούν οι οικονομικές συνέπειες" δήλωσε ο πρόεδρος της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων Ελλάδος Γιάννης Μασούτης.

Διαβαστε επισης